Ανησυχητική κάμψη σε μια από τις σημαντικότερες και πιο δυναμικές αγορές του κόσμου, το Ηνωμένο Βασίλειο, παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια το ελληνικό ελαιόλαδο, σε αντίθεση με τα ανταγωνιστικά προϊόντα από την Ισπανία και την Ιταλία, τα οποία διατηρούν τα ηγετικά μερίδιά τους σε υψηλά επίπεδα.
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην πρόσφατη έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελληνικής Πρεσβείας στο Λονδίνου, με βάση τα οποία οι εισαγωγές ελαιολάδου από την Ελλάδα καταγράφουν σταδιακή αλλά σημαντική μείωση από το 2010 και έπειτα, με το μερίδιο αγοράς από 4,24%, κατ’ όγκο και 4,97% σε αξία το 2010 να συρρικνώνεται στο 2,28% και 2,96% αντίστοιχα το 2014.
Η υποχώρηση του μεριδίου εκπλήσσει και ταυτόχρονα προβληματίζει καθώς συνέβη σε μια περίοδο οι Έλληνες εξαγωγείς έδωσαν μάχη για να ενισχύσουν τα μερίδια των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές -και σε πολλές περιπτώσεις το πέτυχαν. Βέβαια, όπως επισημαίνεται στην έκθεση της ελληνικής πρεσβείας, υπάρχουν ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου που δεν μπορούν να καταγραφούν καθώς εισάγονται μέσω Ιταλίας και διατίθενται συσκευασμένο από τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ ως προϊόν ιδιωτικής ετικέτας.
Η αγορά ελαιολάδου του Ηνωμένου Βασιλείου είναι μια από τις σημαντικότερες και πολλά υποσχόμενες στον κόσμου. Εκτός του ότι κατατάσσεται στην έκτη θέση του παγκόσμιου πίνακα εισαγωγέων ελαιολάδου του FAO, η κατανάλωση ελαιολάδου αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η κατανάλωση ελαιολάδου παρουσίασε αύξηση, ώστε το προϊόν να μη θεωρείται πλέον μία υποκατηγορία των ελαίων φυτικής προέλευσης, αλλά ως ένας ξεχωριστός κλάδος. Σήμερα, περίπου τα μισά βρετανικά νοικοκυριά χρησιμοποιούν ελαιόλαδο, ποσοστό το οποίο ανερχόταν στο 31% το 2001.
Μάλιστα, την περίοδο 2013/2014, καταναλώθηκαν 62 χιλ. τόνοι ελαιολάδου, ποσότητα περίπου δεκαπλάσια από την αντίστοιχη του 1990, ενώ οι πωλήσεις ξεπέρασαν τα 160 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας (στοιχεία 2013). Επιπλέον, η μέση εβδομαδιαία κατά κεφαλήν κατανάλωση στη Μ. Βρετανία το 2013 ανήλθε στα 15,67 ml, καταγράφοντας αύξηση κατά 251% έναντι του 1974 και 64% έναντι του 2003.
Ξέφυγε από το «περιθώριο» και έγινε μόδα
Σύμφωνα με την ελληνική πρεσβεία, η επιτυχής παρουσία ιδιαίτερα του ελαιολάδου στο βρετανικό διαιτολόγιο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι χρησιμοποιείται σε όλα τα προϊόντα που έχουν σχέση με τη «μεσογειακή διατροφή» και τα οποία επιδεικνύουν μια σταθερή αύξηση λόγω της μεγάλης προβολής και διαφήμισης που γίνεται από τα μέσα ενημέρωσης και κυρίως από την τηλεόραση (ειδικές εκπομπές μαγειρικής από διάσημους chef).
Σημαντικό στοιχείο, που συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου, αποτελεί η προώθηση της σύνδεσης του προϊόντος με την ευρύτερη έννοια της «υγείας». Ο Βρετανός καταναλωτής δίνει σημασία στο σύνθημα «διατροφή και υγεία» και ως εκ τούτου, στις καταναλωτικές επιλογές του επιβραβεύει προϊόντα που έχουν τα χαρακτηριστικά «υγείας» όπως το ελαιόλαδο. Ρόλο έπαιξε η μαζική εκστρατεία πληροφόρησης του βρετανικού υπουργείου Υγείας για την αποφυγή τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη (fast food κ.λπ.) εξαιτίας του κινδύνου της παχυσαρκίας.
Η δυναμική και τα περιθώρια για αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, η οποία παραμένει ακόμη χαμηλή σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατανάλωση στην Ελλάδα ή σε άλλες μεσογειακές χώρες καθιστούν επιτακτική την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αποτελεσματικότερη προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου αλλά και συνολικά των ελληνικών αγροτικών προϊόντων και τροφίμων στη Βρετανία.
Πέραν των παραδοσιακών μεθόδων προβολής, σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η χρησιμοποίηση νέων πρωτοποριακών-καινοτόμων συσκευασιών στα παραδοσιακά προϊόντα και η εισαγωγή νέων προϊόντων, τα οποία θα διευρύνουν τα μερίδια αγοράς. Στα πλεονεκτήματα που έχει το ελληνικό ελαιόλαδο, πέραν του ότι υπερέχει σε ποιότητα και γεύση, είναι ότι η παραγωγή ελαιολάδου κυρίως στην Ισπανία και την Ιταλία ήταν μειωμένη, και άρα το κενό που δημιουργείται μπορεί να το καλύψουν οι Ελληνες παραγωγοί, που είχαν μια καλή παραγωγή.
Το διαβάσαμε στο .paseges.gr
