Απορρίφθηκε τελικά η αίτηση για αναίρεση της απόφασης της Κομισιόν για ανάκτηση των ενισχύσεων ύψους 150 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκαν σε Έλληνες σιτοπαραγωγούς την περίοδο 2008 και ως εκ τούτου η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει την παράνομη ενίσχυση, σύμφωνα με πληροφόρηση από τη Διεύθυνση Επικοινωνίας του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως αναφέρεται στο σχετικό έγγραφο με τη διάταξή του της 5ης Φεβρουαρίου 2015 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της Ελλάδας η οποία πρέπει να ανακτήσει την παράνομη ενίσχυση.
Το ιστορικό
Υπενθυμίζεται ότι με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή επέβαλε στην Ελλάδα να ανακτήσει τις ενισχύσεις που είχε χορηγήσει το 2008 στους παραγωγούς δημητριακών και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς που συγκεντρώνουν δημητριακά. Οι ενισχύσεις αυτές αφορούσαν, αφενός, επιδότηση επιτοκίου και, αφετέρου, εγγύηση του Δημοσίου σε ποσοστό 100 % για δάνεια συνολικού ποσού 150 εκατομμυρίων ευρώ. Διευκρινίζεται ότι κρατική ενίσχυση συνιστά όχι το συνολικό ποσό του δανείου, αλλά μόνον η επιδότηση επιτοκίου και η εγγύηση του Δημοσίου για το δάνειο.
Κατά τις ελληνικές αρχές, η πλεονάζουσα παραγωγή αραβοσίτου και σίτου οδήγησε σε πτώση των τιμών το 2008. Προκειμένου να διασφαλιστεί ένα ελάχιστο εισόδημα στους γεωργούς, χορηγήθηκαν με διάφορες υπουργικές αποφάσεις δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου σε ποσοστό 100 % και επιδότηση επιτοκίου προς 57 ενώσεις αγροτικών συνεταιρισμών (ΕΑΣ), συνολικού ύψους 150 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα δάνεια προορίζονταν να διατεθούν στους παραγωγούς για τις ποσότητες δημητριακών που οι ΕΑΣ είχαν αγοράσει ή παραλάβει κατά τη διάρκεια του 2008. Οι τιμές των δημητριακών που καθόρισε η Ελλάδα αντιστοιχούσαν στις τιμές που χρησιμοποιούνταν για τον υπολογισμό των προκαταβολών που θα καταβάλλονταν στους γεωργούς δυνάμει της δανειακής συμβάσεως. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα δάνεια αυτά συνεπάγονταν επιλεκτικό πλεονέκτημα που δημιουργούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού και επηρέαζε τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
Η Ελλάδα προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Με απόφαση όμως της 9ης Απριλίου 2014 το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά της και επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής.
Το έγγραφο του δικαστηρίου
Το 2008 η Επιτροπή έλαβε πληροφορίες σχετικά με ενίσχυση την οποία το Ελληνικό Δημόσιο χορηγούσε σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις παραγωγής δημητριακών και ενώσεις αγροτικών συνεταιρισμών (ΕΑΣ). Η ενίσχυση είχε τη μορφή άτοκων δανείων ύψους 150 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκαν σε ΕΑΣ στον τομέα των δημητριακών. Συγκεκριμένα, το 2008 οι έλληνες γεωργοί έσπειραν επιπλέον 60 χιλιάδες εκτάρια (600 χιλιάδες στρέμματα) αραβοσίτου σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σημαντική υπερπαραγωγή αραβοσίτου και, κατά συνέπεια, πτώση των τιμών. Το ίδιο συνέβη και με το σιτάρι. Λόγω αυτού του γεγονότος και της οικονομικής κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ενισχύσει τους έλληνες παραγωγούς.
Στις 25 Ιανουαρίου 2012 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2012/320/ΕΕ, σύμφωνα με την οποία το μέτρο υπέρ των παραγωγών δημητριακών και των ΕΑΣ που συγκέντρωναν δημητριακά υπό μορφή δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και επιδότηση επιτοκίου αποτελούσε κρατική ενίσχυση και δεν ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά. Η Ελλάδα όφειλε να ανακτήσει από τους δικαιούχους την ασυμβίβαστη ενίσχυση εντός τεσσάρων μηνών από την έκδοση της αποφάσεως.
Το 2012, η Ελλάδα άσκησε προσφυγή στο Γενικό Δικαστήριο με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Με απόφαση της 9ης Απριλίου 2014 (Τ-150/12), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Ως εκ τούτου, το 2014 η Ελλάδα ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την ανωτέρω απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, προβάλλοντας ότι, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικών περιστάσεων υπό τις οποίες τελούσε η ελληνική οικονομία κατά τον χρόνο λήψεως των επίμαχων μέτρων, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 107, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ [1]. Ισχυρίστηκε ότι, στα τέλη του 2008, υπέστη σοβαρή δομική διαταραχή της οικονομίας της, η οποία διογκώθηκε κατά τη διάρκεια του 2009. Η ύπαρξη αυτής της διαταραχής πιστοποιείται από το ότι, προς αντιμετώπισή της, η Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποφάσισαν να παράσχουν άμεση βοήθεια στην Ελλάδα και να της δανείσουν τα αναγκαία κεφάλαια για την αναδιάρθρωση και εξυγίανση της οικονομίας της. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των εξαιρετικών περιστάσεων, έπρεπε να λάβει τα επίμαχα μέτρα, τα οποία δεν εντάσσονταν στο πλαίσιο της συνήθους λειτουργίας της εθνικής οικονομίας κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, το τυχόν πλεονέκτημα που αντλούσαν οι δικαιούχοι των μέτρων δεν ήταν ικανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Με τη διάταξή του της 5ης Φεβρουαρίου 2015 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της Ελλάδας η οποία πρέπει να ανακτήσει την παράνομη ενίσχυση.
Το διαβάσαμε στο agronews.gr
