Άγρια φύση ή ζιζάνια;

    Μοιραστείτε το:

Η εξέλιξη του κινήματος της Αειφορίας (permaculture) από την έναρξη της ιδεολογικής σύλληψης του στη δεκαετία του 1970, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φροντίδα της Γης και την αναβλάστηση. Κύριος στόχος του κινήματος είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να γίνουν περισσότερο αυτάρκεις μέσω του σχεδιασμού και της δημιουργίας παραγωγικών και βιώσιμων κήπων και αγρών. Οι αρχές σχεδιασμού, οι οποίες αποτελούν την ιδεολογική βάση της Αειφορίας προέρχονται από την επιστήμη της Συστημικής Οικολογίας και τη μελέτη προ-βιομηχανικών παραδειγμάτων βιώσιμης χρήσης της γης.

Υποστήριξαν ότι τα γεωργικά συστήματα χρειάζονται επανασχεδιασμό εκ θεμελίων και όχι μικροσυντονισμό. Ο σημαντικά αυξημένος ρόλος των δέντρων και άλλων αειθαλών φυτών στη σταθεροποιήση του τοπίου και στην κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών υπήρξε ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της Αειφορικής στρατηγικής. Από μια προοπτική, η Αειφορία είναι μια στρατηγική αναβλάστησης.

Το αρχικό αειφορικό όραμα περιλάμβανε δάση «χρησιμών» ειδών τα οποία φυτεύονται σε συστοιχίες μιμούμενα τα φυσικά συστήματα. Αν και τα βρώσιμα είδη κυριαρχούν στη στρατηγική εντατικών συστημάτων, σε μεγαλύτερες εκτάσεις οι λειτουργίες αναβλάστησης περιλαμβάνουν και ίνες, ζωοτροφές και ξυλεία καθώς και παθητικές περιβαλλοντικές λειτουργίες. Το δικό μου εγχειρίδιο αναβλάστησης επικεντρώνεται σε αυτές τις μεγαλύτερες εκτάσεις και λειτουργίες αναβλάστησης. Αυτό που το καθιστά αειφορικό είναι η συστημική προσέγγιση στο σχεδιασμό και η ενσωμάτωση των παραγωγικών και περιβαλλοντικών λειτουργιών των γεωργικών τοπίων.

Η φροντίδα της γης αφορά στην επιδιόρθωση και αποκατάσταση του παραγωγικού εδάφους της Αυστραλίας. Προέρχεται από διάφορες τοπικές αγροτικές ομάδες οι οποίες εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε διαφορετικές περιοχές που επλήγησαν από την υποβάθμιση του εδάφους κυρίως εξαιτίας της αλατότητας και της μείωσης των δέντρων.

Η λύσεις για την αλατότητα, τη διάβρωση, την όξυνση, τη μείωση των δέντρων και άλλα συμπτώματα διάσπασης του οικοσυστήματος, απαιτούσαν δομικές αλλαγές στη γεωργία. Η αναβλάστηση με αειθαλή και πιο συγκεκριμένα ξυλώδη φυτά, είναι σχεδόν οικουμενικό στοιχείο της ανταπόκρισης στην υποβάθμιση των αγροτικών εδαφών.

Ταυτόχρονα υπάρχει γενική παραδοχή του σημαντικού ρόλου των αυτόχθονων ειδών για λόγους χρηστικούς, περιβαλλοντικούς και πολιτιστικούς. Πολλοί εργαζόμενοι στην επέκταση και ομάδες χρηματοδότησης προχωρούν ακόμα περισσότερο υποδεικνύοντας πως μόνο τα αυτόχθονα είδη είναι κατάλληλα και όταν οι γεωργοί έχουν μια μικρή εμπειρία, αυτή η άποψη γίνεται αποδεκτή ως η «γνώμη του ειδικού».

Οι γεωργοί με περισσότερη εμπειρία στην αποκατάσταση της φυτοκάλυψης και οι οποίοι οδηγούν τις εξελίξεις όσον αφορά στη φροντίδα της γης, αναγνωρίζουν ότι πρέπει να παράγονται αξίες από νέους πόρους προκειμένου η αποκατάσταση να αποτελεί οικονομικά βιώσιμο τμήμα της γεωργίας. Η δασογεωργία και τα δέντρα που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή αποτελούν την αιχμή του δόρατος στη φροντίδα της γης, η οποία υπόσχεται να δημιουργήσει πλούτο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο περιορισμός σε τοπικά αυτόχθονα είδη αναλογεί με την προσπάθεια να φυτέψει κάποιος ένα δέντρο με το ένα χέρι δεμένο στην πλάτη.

Στις αστικές περιοχές οι άνθρωποι είναι περισσότερο προστατευμένοι από τα άμεσα αποτελέσματα της υποβάθμισης του εδάφους. Ωστόσο η αυξημένη ευαισθητοποίηση όσον αφορά τόσο στην απώλεια των αυτόχθονων ειδών όσο και στην υποεκτιμημένη αξία τους, αποτελεί πλέον κεντρικό θέμα για πολλούς αστικούς περιβαλλοντολόγους. Η παθητική καταστροφή της γηγενούς οικολογίας από περιβαλλοντικά ζιζάνια αποτελεί πλέον τον κύριο στόχο και επικρατεί σε σχέση με την παραδοσιακή εστίαση των περιβαλλοντικών εκστρατειών σε καταστροφικά αναπτυξιακά έργα. Αυτή η μετακίνηση μερικώς αποδίδεται στην επιτυχία της πρόληψης ενεργητικής καταστροφής των εναπομείναντων αστικών θαμνότοπων. Αυτή η επιτυχία μπορεί να αντιπαρατεθεί με την αποτυχία επίτευξης αξιοσημείωτης επίδρασης στη δομική βάση της μη βιώσιμης ανάπτυξης και κατανάλωσης.

Η νέα έμφαση στην έννοια των περιβαλλοντικών ζιζανίων (εισβολή μη αυτόχθονων ειδών στους θαμνότοπους) έχει υποστηριχθεί πολιτικά και οικονομικά για τη δημιουργία ενός προτύπου φροντίδας της αστικής γης, το οποίο επαναδημιουργεί τα γηγενή οικοσυστήματα σε δημόσιους ανοιχτούς χώρους και αστικούς σκουπιδότοπους. Η κρατική και ομοσπονδιακή χρηματοδότηση πέτυχε τη ραγδαία αύξηση έργων που περιλαμβάνουν την κοινότητα και δημιουργούν μια αστική βιομηχανία αναβλάστησης. Το όραμα περιλαμβάνει την αποκατάσταση των γηγενών οικοσυστημάτων σαν ραχοκοκαλιά των παραγωγικών αστικών και αγροτικών τοπίων.

Αυξανόμενοι κυβερνητικοί και κοινοτικοί πόροι χρησιμοποιούνται για την καταστροφή υγιούς υπάρχουσας βλάστησης. Οι αξιοσημείωτη οικολογική ή άλλου είδους αξία αυτής της μη γηγενούς βλάστησης δεν υπολογίζεται, ενώ η αρνητικές επιδράσεις από τις μεθόδους αφαίρεσης της (π.χ. με ζιζανιοκτόνα) δεν αξιολογούνται επαρκώς. Τα προβλήματα επιβίωσης σε απομονωμένους (από την περιβάλλουσα περιοχή) θύλακες γηγενούς βλάστησης αγνοούνται ή αντιμετωπίζονται αόριστα με μεγαλειώδη σχήματα που στοχεύουν στο προοδευτικό «ξεφόρτωμα όλων των ζιζανίων».

Αυτό που απορρέει από την Αειφορική στρατηγική, είναι η παραδοχή αφ’ενός ότι η φύση είναι ενεργός σχεδιαστής από μόνη της και αφ’ετέρου ότι η συν-εξελικτική ανάπτυξη άγριων συστημάτων μπορεί να είναι η πραγματική λύση για την απόκτηση βιωσιμότητας. Η άγρια φύση εξελίσσει νέα οικοσυστήματα αναμειγνύοντας αυτο-αναπαραγώμενα είδη με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα. Αυτή η «οικοσύνθεση» είναι η αυτο-οργανωμένη ανταπόκριση της φύσης στις διαταραχές από την Ευρωπαϊκό αποικισμό και ακολουθεί σχήματα που περιγράφονται από τη συστημική οικολογία.

Σε μερικές περιοχές, ειδικά κατά μήκος των ρευμάτων οι διαδικασία οικοσύνθεσης έχει εξελιχθεί στο σημείο που πλέον δάση με αναμεμιγμένα γηγενή και εξωτικά είδη αρχίζουν να εμφανίζουν συστημικά χαρακτηριστικά. Η μελέτη αυτών των εξελιγμένων παραδειγμάτων οικοσύνθεσης λάμπει δια της απουσίας της, πέρα από μερικές άτυπες εργασίες αειφορικής έμπνευσης.

Η αναγνώριση του φυσικού κάλλους αυτών των περιοχών είναι στην καλύτερη περίπτωση φειδωλή, ενώ οι υδρολογική και εδαφολογικής ποιότητας αξία τους παραμένει ατεκμηρίωτη. Οποιαδήποτε συζήτηση σχετική με τη σημερινή ή τη μελλοντική αξία των πόρων τους, είναι απορριπτέα ως άσχετη με την οικονομική ευημερία σε μια κοινωνία στην οποία αφθονεί η υψηλή ενέργεια.

Στο μέλλον που η ενέργεια θα έχει λιγοστέψει (πράγμα κατά τη γνώμη μου αναπόφευκτο) αυτή η διαδικασία πιθανότατα θα είναι σημαντικότερη για τη σταθεροποίηση της υποβάθμισης των πόρων (διάβρωση, αλατότητα, όξυνση, ευτροφισμός κ.τ.λ.) και για τη δημιουργία οικονομικά αποδοτικών πόρων (ξυλεία, ζωοτροφές, τροφή κ.λ.π.), είτε από τα επιλεγμένα συστήματα καλλιέργειων, είτε από τη γηγενή βλάστηση.

Οι περισσότερες επικρίσεις για την Αειφορία, περιστρέφονται γύρω από την δυνατότητα της να εξαπλώσει περιβαλλοντικά ζιζάνια. Το βάθος και η ένταση της κριτικής της Αειφορίας από κάποιους περιβαλλοντολόγους μοιάζει να επικεντρώνεται στην προτεινόμενη χρήση φυτών με δυνατότητα εγκλιματισμού.

Στην πραγματικότητα, οι δημοφιλείς αστικές και αγροτικές δραστηριότητες φυτοκάλυψης είναι οι βασικοί συντελεστές φυτικού εγκλιματισμού τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον, αλλά δεν προκαλούν τόσο κραυγαλέα αποδοκιμασία ίσως επειδή αυτή η διαδικασία δεν ήταν ένα σκόπιμο αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια είναι ο «κακός» σκοπός και όχι το «κακό» αποτέλεσμα της Αειφορίας που προσελκύει την αρνητική προσοχή.

Σε γενικές γραμμές η Αειφορία έχει μικρό αντίκτυπο στις τακτικές και τις δράσεις διαχείρησης της δημόσιας γης, κυρίως επειδή η προσπάθεια εισαγωγής πιο παραγωγικών ειδών δεν είναι πολύ επιτυχής. Οι προτεινόμενες και πραγματοποιημένες φυτεύσεις, τείνουν να διαχωρίζονται σε τύπους οι οποίοι
-Απαιτούν υπερβολική φροντίδα και προσοχή στη δημόσια γη, ή
-Εγκλιματίζουν (με τις κατάλληλες συνθήκες) και ως εκ τούτου θεωρούνται περιβαλλοντικά ζιζάνια

Οι περισσότεροι Αειφοριστές επικεντρώνονται και βάζουν τάξη στα του οίκου τους, αφήνοντας σε άλλους τη δημόσια γη. Αλλοι υιοθετούν μια τμηματοποιημένη οπτική κατά την οποία μικρής κλίμακας μποστάνια σε ιδιόκτητες περιοχές περιβάλλονται από γηγενή συστήματα της δημόσιας γης.

Ωστόσο, οι Αειφοριστές μαζί με τους κηπουρούς και τους φυτοκόμους γενικά αντέδρασαν έντονα το 1994 οταν το Elthamshire στην πολιτεία της Βικτώρια προσπάθησε να κηρύξει επιβλαβή και απαίτησε την καταστροφή 54 επιπρόσθετων ειδών σε ιδιωτικές περιοχές. Αυτό οδήγησε σε ένα μίνι σχισματικό πόλεμο μεταξύ περιβαλλοντολόγων Αειφορικών και εγχώριων πεποιθήσεων.

Οι κύριοι υποστηρικτές της εγχώριας αναβλάστησης αναγνωρίζουν πως μια νομοθετική προσέγγιση στα περιβαλλοντικά ζιζάνια θα ήταν αναποτελεσματική και μη εφαρμόσιμη αλλά έχουν την αίσθηση πως η αξία της δημόσιας εκπαίδευσης υπερισχύει οποιονδήποτε αρνητικών συνεπειών στο δικαίωμα των ανθρώπων να χρησιμοποιούν την ιδιόκτητη γη τους όπως επιθυμούν.

Το παραγωγικό αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν να ακουστούν τα θεμελιώδη θεωρητικά πλαίσια της κάθε πλευράς. Οι χωρίς παραλήπτη αντιθέσεις και από τις δύο πλευρές μπορούν να δουλευτούν από κοινού και να αναπτυχθούν πρακτικές στρατηγικές οι οποίες να εφαρμόζονται τόσο από τους ιδιώτες κατόχους όσο και από τους διαχειριστές δημόσιας γης οι οποίοι βρίσκονται σε απόλυτα κατανοητή κατάσταση σύγχυσης.
Η οικοσύνθεση είναι μια πραγματικότητα την οποία λίγοι οικολόγοι αμφισβητούν. Από την Αειφορική προοπτική η οποία ενδιαφέρεται για την οικολογική βιωσιμότητα, η οικοσύνθεση εγχώριων και απόδημων ειδών είναι πιθανό να αποτελεί τις πιο αποτελεσματικές λύσεις στα προβλήματα υποβάθμισης του εδάφους και του νερού. Επιπρόσθετα η οικοσύνθεση θα αποφέρει την πληροφόρηση στην οποία θα βασιστούν περισσότερες σκόπιμες προσεγγίσεις στο σχεδιασμό (Αειφορία) για αποτελεσματική χρήση της αγροτικής και αστικής γης.

Στη διαδικασία αντιμετώπισης τόσο της τεχνικής αβεβαιότητας όσο και μιας σειράς περιβαλλοντικών αξιών και θεμάτων, χρειάζεται να αποδεχθούμε το γεγονός πως οι πολλές και διαφοροποιημένες προσεγγίσεις θα αποδώσουν τα πιό χρήσιμα αποτελέσματα τα οποία θα διευκολύνουν την επόμενη γενιά να αξιολογήσει και να χρησιμοποιήσει. Αναπόφευκτα όλες οι προσεγγίσεις θα είναι στην πραγματικότητα οικολογικά πειράματα στο πλαίσιο ενός γιγάντιου πειράματος το οποίο αποκαλούμε σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία. Η άγρια φύση μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη πηγή εφεδρικών πόρων για μια κοινωνία σε κρίση και θα μπορούσε ακόμη να συνεισφέρει μια νέα βιοποικιλότητα με ικανότητα προσαρμογής σε ένα πλανήτη που άλλαξε για πάντα με την εξόρυξη της αποθηκευμένης για 750 εκατομμύρια χρόνια ηλιακής ενέργειας και στον οποίο θα κατοικούν 10 δισεκατομμύρια άνθρωποι.

Τελικά ένας κήπος γεμάτος με γηγενή τοπική βλάστηση μπορεί να φαίνεται περιβαλλοντικά σωστός, αν όμως περιλάβουμε στην εικόνα και τον ηλεκτρικό σταθμό, τον κήπο της αγοράς, το εμπορικό περιβόλι και το σκουπιδότοπο δεν είναι όλα τόσο ρόδινα.

Κατά τη γνώμη μου ο λόγος που τόσοι άνθρωποι προτιμούν τη γηγενή βλάστηση είναι επειδή απαιτεί λιγότερη εργασία και ικανότητες από το να καλλιεργείς την τροφή σου, καθώς επίσης και επειδή οι τιμές των τροφίμων παραμένουν αρκετά χαμηλές (ενώ οι αγρότες χρεωκοπούν και η γη τους υποβαθμίζεται) ώστε τα νοικοκυριά να μην ενοχλούνται.

Πηγή: permaculturegreece.gr

Μοιραστείτε το:

Χρήσιμα και ενδιαφέροντα

Άγρια χόρτα της Ελλάδας: ποιά είναι φαγώσιμα;

Άγρια χόρτα της Ελλάδας: ποιά είναι φαγώσιμα;

Άνοιξη, αλλεργίες και κατοικίδια

Άνοιξη, αλλεργίες και κατοικίδια

Χαμομήλι: καλλιέργεια και ιδιότητες

Χαμομήλι: καλλιέργεια και ιδιότητες

Η καλλωπιστική πιπεριά

Η καλλωπιστική πιπεριά

Συλλογή μανιταριών

Συλλογή μανιταριών

Πως θα επιλέξουμε υγιή φυτά από τα φυτώρια

Πως θα επιλέξουμε υγιή φυτά από τα φυτώρια