Από έντονα κόκκινα και λαμπερά πορτοκαλί, ως σκούρα μωβ και απαλά γαλάζια, κίτρινα, ροζ, λιλά, όλα τα χρώματα τα βλέπουμε στα λουλούδια… αλλά βλέπουμε και άνθη που αλλάζουν χρώματα κατά τη διάρκεια της ζωής τους, διαφορετικά χρώματα στα άνθη του ίδιου είδους, μερικές φορές και του ίδιου φυτού!
Αλλά μόνο στα λουλούδια; Και τα υπόλοιπα μέρη των φυτών δεν είναι γεμάτα χρώματα; Ακόμα και οι ρίζες συχνά έχουν έντονο χρώμα... Το καρότο παράδειγμα ή το πατζάρι... Κι όλα αυτά χωρίς να μιλήσουμε για τα φύλλα – σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου αλλά κατά καιρούς και κόκκινα ή κίτρινα... τα φύλλα του φθινοπώρου για παράδειγμα ή τα νέα κοκκινωπά φύλλα σε πολλά είδη.
Κι επειδή όλα αυτά είναι μάλλον το κίνητρο σε αυτό που κάνουμε – προσπαθούμε να μαζέψουμε το χρώμα και την ομορφιά των λουλουδιών στα μπαλκόνια και στους κήπους μας - αλλά σίγουρα δεν έγιναν για να αρέσουν στα δικά μας μάτια, είπα να διαβάσω λίγο γι’ αυτό... Καταγράφω εδώ κάποια από όσα διαβάζω για το θέμα, δεν κάνω ούτε επισκόπηση της βιβλιογραφίας ούτε εξαντλητική αναφορά... Σημειώνω εκείνα που μου κίνησαν το ενδιαφέρον...
Καποια τεχνικά για το φως και τα χρωματα
Το φως είναι μια μορφή ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας. Εκπέμπεται κατά ποσότητες ενέργειας που ονομάζονται φωτόνια, το καθένα από τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κύμα που διαδίδεται στο χώρο.
Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα (όπως κάθε κύμα) χαρακτηρίζονται από τα εξής μεγέθη: τη συχνότητα, το μήκος κύματος, την ταχυτητα και την ενέργεια. Το μήκος κύματος και η συχνότητα είναι ποσά αντιστρόφως ανάλογα και η αύξηση του ενός προκαλεί μείωση του άλλου. Η ενέργεια είναι ανάλογη της συχνότητας και αντιστρόφως ανάλογη του μήκους κύματος. Δηλ. τα φωτόνια μεγάλου μήκους κύματος μεταφέρουν μικρότερα ποσά ενέργειας από τα φωτόνια μικρότερου μήκους κύματος.
Το εύρος των πιθανών συχνοτήτων που καλύπτουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα λέγεται ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. Τα χρώματα που βλέπουμε αντιστοιχούν σε διαφορετικά μήκη κύματος με τα οποία εκπέμπεται η ακτινοβολία, αλλά το ορατό φως δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Συνήθως η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία κατηγοριοποιείται ως εξής (κατά αύξουσα διάταξη του αντίστοιχου μήκους κύματος):
Ακτίνες γ. Ακτίνες Χ. Υπεριώδης ανκτινοβολία. Ορατή ακτινοβολία. Υπέρυθρη ακτινοβολία. Μικροκύματα. Ραδιοκύματα
Το ορατό από τον άνθρωπο φως κυμαίνεται σε ένα εύρος περίπου 380 – 750 nm (1 nm=10-9). Η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία του ήλιου που φθάνει στη γη έχει μήκος κύματος από 100 nm έως 1mm – από το υπεριώδες έως το υπέρυθρο τμήμα του φάσματος δηλαδή.
Ένα αδιαφανές αντικείμενο απορροφά ένα μέρος της ακτινοβολίας που πέφτει επάνω του και το υπόλοιπο το ανακλά. Το χρώμα που βλέπουμε να έχει εξαρτάται κυρίως από το φως με το οποίο φωτίζεται και από το φως που απορροφά. Αν φωτίζεται με λευκό φως και φαίνεται λευκό, σημαίνει ότι δεν απορροφά καθόλου ακτινοβολία. Αν φαίνεται κόκκινο , σημαίνει ότι απορροφά ακτινοβολίες σε όλα τα μήκη κύματος του ορατού φάσματος εκτός από τα μήκη κύματος της κόκκινης περιοχής, τα οποία και ανακλά.
Οι ουσίες που μπορούν να απορροφούν σε μήκη κύματος εντός του ορατού φάσματος ονομάζονται χρωστικές. Όταν το λευκό φως πέφτει σε ένα μόριο χρωστικής απορροφώνται ακτινοβολίες σε κάποια μήκη κύματος και ανακλώνται οι υπόλοιπες. Έτσι η χρωστική φαίνεται χρωματιστή.
Τι δινει το χρωμα στα φυτα;
Το χρώμα των φυτών οφείλεται, λοιπόν, σε χρωστικές. Οι συνηθέστερες χρωστικές στα φυτά είναι οι εξής:
- Χλωροφύλλες: Απορροφούν στην κίτρινη και μπλε περιοχή του ορατού φάσματος του φωτός και ανακλούν στην πράσινη. Προσδίδουν στα φυτά το πράσινο χρώμα τους. Βασικός τους ρόλος είναι η απορρόφηση ενέργειας για τη φωτοσύνθεση.
- Καροτενοειδή: Κόκκινες, κίτρινες ή πορτοκαλί χρωστικές, απορροφούν σε μήκη φωτός που δεν απορροφά η χλωροφύλλη και δρουν συμπληρωματικά με αυτή, ενώ έχουν και φωτοπροστατευτικό ρόλο. Χωρίζονται στις ξανθοφύλλες που δίνουν χρώμα κίτρινο και τις καροτίνες που δίνουν χρώμα πορτοκαλί και κόκκινο. Εμφανίζονται σε ρίζες, κονδύλους, σπόρους, καρπούς και άνθη και σε αυτές οφείλουν το χρώμα τους, π.χ., τα καρότα ή οι ντομάτες.
- Φλαβονοειδή με κυριότερο εκπρόσωπο τις ανθοκυανίνες: Προσδίδουν όλα τα χρώματα από κόκκινα έως μωβ και μπλε, με εξαίρεση το πράσινο. Εμφανίζονται σχεδόν σε όλους τους ιστούς των ανώτερων φυτών αν και κυρίως τις βλέπουμε στα άνθη και στους καρπούς. Οι ανθοκυανίνες δίνουν συνήθως χρώμα καφέ, κόκκινο, πορτοκαλί, μωβ, μπλε, ενώ οι ανθοξανθίνες – επίσης φλαβονοειδή - συνήθως προσδίδουν χρώμα λευκό, εκρού, κίτρινο με απορρόφηση και στις υπεριώδεις. Συνδυασμός τους δίνει έντονο κίτρινο, κόκκινο-καφέ, πορτοκαλί και ροζ.
- Μπεταλαϊνες: Κόκκινες, μωβ ή κίτρινες χρωστικές. Εμφανίζονται μόνο στην τάξη Caryophyllales εκτός από τις οικογένειες Caryophyllaceae και Molluginaceae που εμφανίζουν ανθοκυανίνες. Ποτέ δεν εμφανίζονται συχρόνως με ανθοκυανίνες. Χωρίζονται στις κοκκινες – μωβ μπετακυανίνες και τις κίτρινες μπεταξανθίνες. Λιγότερο κοινές από τις προηγούμενες χρωστικές. Αυτές είναι που δίνουν το χρώμα στα πατζάρια, αλλά και στις βουκαμβίλες, την πορτουλάκα και σε πολλούς κάκτους.
Βασικός ρόλος των χρωστικών στα φύλλα είναι η απορρόφηση όσο το δυνατό περισσότερης ηλιακής ενέργειας για τη φωτοσύνθεση και η φωτοπροστασία. Στα άνθη, πάλι και στους καρπούς, κατά κύριο λόγο εξυπηρετούν ως οπτικά σήματα προς τα έντομα ή / και άλλα ζώα ώστε να διευκολύνεται αφενός η εποκινίαση αφετέρου η διασπορά των σπόρων.

Γιατί τοσα χρώματα στα ανθη;
Το τεράστιο εύρος χρωμάτων στα άνθη των φυτών – όταν ακόμα και συγγενικά είδη παρουσιάζουν διαφορές στα χρώματα και τις αποχρώσεις υποδεικνύει ότι στο πέρασμα των αιώνων υπήρξαν πολυάριθμες εξελικτικές μεταβάσεις που οδήγησαν στη σημερινή ποικιλομορφία.
Συγχρόνως η προφανής προσέλκυση συγκεκριμένων επικονιαστών από συγκεκριμένα άνθη οδηγεί συχνά στην άποψη ότι η ποικιλία στα χρώματα των λουλουδιών και οι διαφορές στην όραση των διαφορετικών ομάδων επικονιαστών είναι αποτέλεσμα διαδικασιών συνεξέλιξης. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι οι αλλαγές στο χρώμα των ανθέων έγιναν λόγω εξελικτικών πιέσεων από επικονιαστές ούτε ότι η όραση των επικονιαστών προσαρμόστηκε στο χρώμα των ανθέων. Υπάρχουν περιπτώσεις που η παραπάνω υπόθεση υποστηρίζεται και άλλες που η διαφοροποίηση στο χρώμα του άνθους φαίνεται να οφείλονται σε τυχαίους παράγοντες, σε αλλαγή λόγω αλλαγής σε άλλο χαρακτηριστικό που συνδέεται με το χρώμα του άνθους ή για εξέλιξη του χρώματος λόγω άλλων παραγόντων και επακόλουθη προσαρμογή του άνθους σε νέους επικονιαστές.
Πηγή:http://www.plantsdb.gr
