O γλαδίολος (Gladiolus). Γένος μονοκοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των ιριδιδών. Περιλαμβάνει εκατοντάδες είδη πολυετών ποωδών φυτών, τα οποία είναι δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια λόγω των πολυάριθμων ποικιλιών και υβριδίων που υπάρχουν. Είναι κυρίως ιθαγενή της νότιας Αφρικής, αν και υπάρχουν επίσης πολυάριθμα είδη που φύονται σε άγρια κατάσταση σε διάφορες περιοχές της Μεσογείου, της κεντρικής Ευρώπης και της κεντρικής Ασίας.
Τα όμορφα άνθη του τον καθιστούν περιζήτητο καλλωπιστικό φυτό με σημαντική εμπορική αξία. Ορισμένα είδη χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Η ονομασία του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη gladius που σημαίνει σπαθί, εξαιτίας του σπαθοειδούς σχήματος των φύλλων του· για τον ίδιο λόγο η αρχαία ελληνική ονομασία του φυτού είναι ξιφίον. Οι γ. χαρακτηρίζονται καταχρηστικά ως βολβόρριζα φυτά, στην πραγματικότητα όμως το υπόγειο αποταμιευτικό τους όργανο δεν είναι βολβός, αλλά τυπικός κόρμος. Τα σκουροπράσινα, σπαθοειδή, μυτερά φύλλα του φύονται κοντά στη βάση ενός όρθιου ανθοφόρου βλαστού ύψους 0,60-1,20 μ. Τα άνθη είναι διατεταγμένα σε επιμήκη ταξιανθία στάχυ, ο οποίος είναι συνήθως μονόπλευρος (βρίσκονται δηλαδή στη μία πλευρά του άξονα)· το περιγόνιό τους αποτελείται από έξι ανισομήκη τμήματα τα οποία σχηματίζουν δίχειλη στεφάνη με κοντό σωλήνα. Υπάρχει μεγάλη χρωματική ποικιλία στα άνθη, τα οποία μπορεί να είναι μονόχρωμα ή δίχρωμα. Ο γ. καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό ως καλλωπιστικό φυτό είτε για το στόλισμα των κήπων είτε για την παραγωγή κομμένων ανθών.
Προτιμά γενικά ζεστά και αμμώδη εδάφη, πλούσια σε χούμο. Ανθίζει το καλοκαίρι και πολλαπλασιάζεται κυρίως με τους κόρμους αλλά και με σπέρματα. Κατά τον 18ο αι. τα αφρικανικά είδη εισάγονταν στην Ευρώπη σε μεγάλες ποσότητες, ενώ η συστηματική τους καλλιέργεια άρχισε στα μέσα του 19ου αι. Από τα πιο αξιόλογα αφρικανικά είδη αναφέρονται ο Gladiolus psittacinus με δίχρωμα κιτρινοκόκκινα άνθη, ο Gladiolus cardinalis, που φέρει εντυπωσιακά πορφυρά άνθη και από μία μεγάλη λευκή κηλίδα σε ορισμένα πέταλα, ο Gladiolus tristis, με λευκοκίτρινα άνθη και κίτρινο σωλήνα κ.ά. Με επιλογή και διασταυρώσεις μεταξύ των ειδών αυτών, έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμες υβριδικές ποικιλίες με πλήθος χρωματικών συνδυασμών, μορφής και μεγέθους ανθών. Τα υβρίδια που προκύπτουν διασταυρώνονται εύκολα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κάθε χρόνο νέες ποικιλίες, οι οποίες κατατάσσονται σε διάφορες ομάδες. Η πιο σημαντική ομάδα από άποψη ποικιλομορφίας και εμπορικής αξίας είναι οι γ. με μεγάλα άνθη, πολλοί από τους οποίους δημιουργήθηκαν στην Αγγλία και στην Ολλανδία. Υπάρχουν, επίσης, ομάδες με μικρότερα άνθη που προέρχονται από διάφορα είδη όπως οι Gladiolus primulinus, Gladiolus colvillei, Gladiolus nanus κ.ά. Στην Ελλάδα οι γ. καλλιεργούνται ευρέως για την παραγωγή κομμένων ανθών, τα οποία είναι γνωστά με την κοινή ονομασία γλαδιόλες.
Εκτός από τα καλλιεργούμενα, η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει τέσσερα αυτοφυή είδη: Gladiolus segetum (κοινώς, σπαθόχορτο), Gladiolus byzantinus, Gladiolus illyricus και Gladiolus glaucus. Κατά τη διάρκεια της θερινής ανθοφορίας τους, αποτελούν θαυμάσιο διάκοσμο για τους αγρούς, αλλά και ενοχλητικά ζιζάνια για τα καλλιεργούμενα φυτά. Ο γ. αναφέρεται και στην ελληνική μυθολογία.
Πηγή:www.osofos.com
